Περιγραφή
Χτες το απόγευμα ήρθε ο Mark. Μόλις 22, ξανθός με σχεδόν άσπρο δέρμα, λείο σαν να μην τον έχει αγγίξει ποτέ ο ήλιος. Μπήκε μέσα ντροπαλά, με ένα χαμόγελο μισό-αμήχανο μισό-περίεργο.
«Ήθελα απλά… χαλάρωση», μου είπε κοιτάζοντας το πάτωμα. «Έχω πολύ στρες τελευταία, δεν κοιμάμαι καλά.»
Τον έβαλα να ξαπλώσει μπρούμυτα, μόνο με το εσώρουχο. Το σώμα του ήταν λεπτό αλλά σφιχτό – γυμναστήριο ερασιτεχνικό, καθαρό, χωρίς παραφουσκώματα. Οι ώμοι του στενοί, η μέση του λεπτή, ο κώλος του στρογγυλός και ψηλός, μέσα στο άσπρο βαμβακερό μποξεράκι. Το βγάζει καί τόν έβαλα να ξαπλώσει ανάσκελα καί τόν σκέπασα από τή μέση καί κάτω με τήν πετσέτα.
Ξεκίνησα απαλά. λάδι στις παλάμες, αργές κινήσεις στον αυχένα, στους ώμους. Έβγαζε μικρούς αναστεναγμούς, σαν να ξεμπλοκάρει κάτι μέσα του. Κατέβηκα στην πλάτη, πίεσα ελαφρά τις ράχες, έκανα κύκλους με τις άκρες των δαχτύλων. Όταν έφτασα στη μέση, γλίστρησα τα χέρια μου κάτω από την πετσέτα, άγγιξα τους γλουτούς του μαλακούς, ζεστούς, σχεδόν τρυφερούς. Δεν αντιστάθηκε καθόλου, μόνο αναστέναξε πιο βαθιά.
«Γύρνα ανάσκελα», του είπα ήρεμα.
Γύρισε, και τότε... η πετσέτα είχε σηκωθεί σαν τέντα. Μια τέλεια, ψηλή σκηνή στη μέση του, το ύφασμα τεντωμένο τόσο που έβλεπες τις γραμμές του πούτσου του από πάνω – χοντρός, ίσιος, παλλόμενος. Το προ-σπέρμα είχε βρέξει ένα μικρό στρογγυλό σημείο ακριβώς στην κορυφή της τέντας.
Με κοίταξε με μάτια γεμάτα ντροπή και πείνα μαζί.
«Συγγνώμη... δεν το ήθελα...», ψιθύρισε.
«Μην ζητάς συγγνώμη», του απάντησα χαμογελώντας. «Είναι φυσιολογικό. Θέλεις να συνεχίσουμε κανονικά ή να... χαλαρώσουμε κι αυτό;»
Δεν μίλησε. Μόνο κούνησε το κεφάλι του «ναι», με τα μάγουλα κόκκινα.
Σήκωσα αργά την πετσέτα. Ο πούτσος του πετάχτηκε ελεύθερος – όμορφος, περίπου 18 εκατοστά, χοντρός στη βάση, με φλέβες που ξεχώριζαν καθαρά, η κορυφή κόκκινη και γυαλιστερή. Τα αρχίδια του σφιγμένα ψηλά, βαριά.
Πήρα λάδι, άπλωσα στις παλάμες και άρχισα από το στήθος, κατέβηκα στην κοιλιά, έπαιξα γύρω από τον αφαλό. Μετά τα χέρια μου κατέβηκαν χαμηλά, άγγιξαν τη βάση ξυστά. Πήρε βαθιά ανάσα.
Κατέβηκα στην κοιλιά, έκανα αργούς κύκλους γύρω από τον αφαλό. Τα χέρια μου γλιστρούσαν όλο και πιο χαμηλά, άγγιζαν τη βάση του πούτσου ξυστά, χωρίς να τον πιάνω ακόμα. Πήγαινε και ερχόταν από μόνος του, μικρές σπασμωδικές κινήσεις. Το προ-σπέρμα έτρεχε σε λεπτή κλωστή μέχρι την κοιλιά του.
Άνοιξα τα πόδια του απαλά. Έσκυψα ανάμεσα τους, φύσηξα ζεστά πάνω στην κορυφή – αναστέναξε δυνατά. Πήρα λάδι και άρχισα να τον χαϊδεύω από τη βάση μέχρι πάνω, αργά, με όλο το χέρι. Μετά έπιασα μόνο με δύο δάχτυλα, σαν να τον ζυγίζω, και άρχισα να κατεβαίνω-ανεβαίνω ρυθμικά. Τα αρχίδια του ανέβαιναν και κατέβαιναν μαζί με το χέρι μου.
«Θέλεις πιο πολύ;» τον ρώτησα ψιθυριστά.
«Ναι… παρακαλώ…»
Έσκυψα πιο χαμηλά. Πρώτα η γλώσσα μου άγγιξε μόνο την κάτω πλευρά της κορυφής – γεύση αλμυρή, γλυκιά ταυτόχρονα. Μετά άνοιξα τα χείλη μου και τον πήρα αργά, εκατοστό-εκατοστό. Ήταν τόσο σκληρός που ένιωθα κάθε φλέβα να χτυπάει μέσα στο στόμα μου. Τον κράτησα βαθιά για λίγο, χωρίς να κουνιέμαι, μόνο ρουφώντας απαλά. Μετά άρχισα να ανεβοκατεβαίνω, αργά στην αρχή, μετά πιο γρήγορα. Η γλώσσα μου έπαιζε συνέχεια γύρω από την κορυφή, πίεζε την τρυπούλα από κάτω.
Το ένα χέρι μου έπαιζε τα αρχίδια του, τα ζύμωνε απαλά, τα τραβούσε ελαφρά προς τα κάτω. Με το άλλο κρατούσα τη βάση σφιχτά, σαν να τον κρατάω στη θέση του ενώ τον έπαιρνα βαθιά.
Άρχισε να βογκάει ασταμάτητα, μικρές κραυγές που πνίγονταν στο μαξιλάρι. Η λεκάνη του σήκωνε μόνη της, μου γαμούσε το στόμα αργά, χωρίς βία.
«Δεν αντέχω… έρχομαι… έρχομαι…»
Δεν τον άφησα να τραβηχτεί. Τον κράτησα βαθιά, ρουφώντας δυνατά. Το πρώτο σπέρμα βγήκε σαν πίδακας, καυτό, πηχτό, γεμίζοντας τον λαιμό μου. Μετά το δεύτερο, το τρίτο – ένιωθα τα σπασίματα να συνεχίζονται, το ένα μετά το άλλο, σαν να είχε κρατηθεί μήνες. Καταπίνω χωρίς να χάσω σταγόνα, συνεχίζοντας να ρουφάω απαλά, γλείφοντας την κορυφή ενώ ακόμα τρέμει.
Όταν τελείωσε, έμεινε ξαπλωμένος σαν να είχε λιποθυμήσει για λίγο. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε γρήγορα, τα μάτια κλειστά, ένα χαμόγελο ηλίθιο ζωγραφισμένο στα χείλη.
«Γαμώτο…» ψιθύρισε μετά από ένα λεπτό. «Αυτό… αυτό δεν το περίμενα.»
Του χάιδεψα το μάγουλο απαλά.
«Η χαλάρωση μερικές φορές έρχεται έτσι.»
Έφυγε μετά από λίγο, ακόμα λίγο ζαλισμένος, με ένα «ευχαριστώ» που ακούστηκε σαν προσευχή.
Ξέρω ότι θα ξανάρθει. Δεν θα πει «απλά χαλάρωση» την επόμενη φορά.
☎ 95 168 666
(WhatsApp – Μήνυμα – Κλήση)
──────────────────
Πρωτόκολλο Απόλυτης Εχεμύθειας ισχύει πάντα.
Ό,τι γίνεται εδώ, μένει εδώ.
Chris
──────────────────
Πρωτόκολλο Απόλυτης Εχεμύθειας & Διακριτικότητας
Η ιδιωτικότητά σας είναι αδιαπραγμάτευτη. Γι’ αυτό λειτουργώ με τους εξής αυστηρούς κανόνες:
1. Ποτέ δεν ζητώ όνομα ή προσωπικά στοιχεία.
Η επικοινωνία περιορίζεται μόνο σε ό,τι χρειάζεται για το ραντεβού.
2. Αν δεν απαντήσω αμέσως, δεν θα σας ξανακαλέσω ποτέ – εσείς αποφασίζετε αν και πότε θα ξαναδοκιμάσετε.
3. Όλα τα μηνύματα και οι αριθμοί διαγράφονται οριστικά την ίδια μέρα.
Δεν υπάρχει ιστορικό, δεν υπάρχει αρχείο.
4. Ό,τι συμβαίνει στη συνεδρία μένει για πάντα εκεί.
Μετά το τέλος, θεωρούμε ότι δεν συναντηθήκαμε ποτέ.
5. Αν συναντηθούμε τυχαία στον δρόμο, είμαστε δύο εντελώς άγνωστοι.
Καμία ματιά, κανένας χαιρετισμός, καμία αναγνώριση.
6. Η κράτηση σημαίνει ότι αποδέχεστε αυτομάτως αυτό το πρωτόκολλο – και σας ζητώ να το σεβαστείτε με τον ίδιο τρόπο.
──────────────────
Σας ευχαριστώ που εμπιστεύεστε την εχεμύθεια και την ποιότητα μου.
Εδώ είστε απόλυτα προστατευμένος.
Chris