Περιγραφή
Ευχαριστω που ανοιξες την αγγελια μου! Μου αρεσει να με αποκαλεις αννα! Ειμαι 47χρ δεν ειμαι ατριχη ουτε θυληπρεπεις και ισως για αυτο τν λογο η αλλαγη μου σε αννα να ειναι τοσσο εντυπωσιακη κατα την γνωμη μου! Λατρευω το γυναικειο ντυσιμο και στην κατοχη μου εχω τα παντα( ψιλοτακουνα,περουκα,μακιγιαζ εσωρουχα ρουχα κοσμηματα και ενα στραπον που δεν το εχω δοκιμασει ακομα) εμπειριες με ιδιο φυλλο καμια ορεξη και διαθεση μεγαλη!! Θελω ο ανθρωπος που θελει να βρεθουμε να ειναι ηλικιακα κοντα σε μενα και καλυτερα ακομα οσο μεγαλυτερος γινεται! Εμφανιση αδιαφορη αρκει το προσωπο σου να ειναι κοντρα ξυρισμενο οπος και το δικο μου! Να σου αρεσει το ντυσιμο και να εχεις δικα σου καλουδια! Αν την εχεις μικρη μεγαλη με στυση η χωρις μου ειναι αδιαφορο οταν θα την εχω στο στομα μου! Δεν μαρεσουν μπρουταλ ατομα και ψευτομαγγες. Θελω καλοσυνη τρυφεροτητα καθαριοτητα και υγειηνη! Η ωρες που μπορω ειναι παντα πρωινες απο τις 8 εως 6 το απογευμα! Δεν εχω κομπλεξ κανενα και με κανεναν ειτε στρειτ ειται γκει ειτε θυληπρεπεις ο σεβασμος μου ειναι δεδομενος! Σεξουαλικα δεν υποσχομε τπτ συνηθως τρογοντας ερχεται η ορεξη και μπορουμε να το ζηζητησουμε ντυμενες στο ραντεβου μας! Αν εισαι οκ με αυτα προχωραμε σου δινω το viber μου! Επισης οχι ατομα που ειναι πιεστηκοι με τον χρονο, οχι ατομα που τα θελουν ολλα διπλα τους γτ θα χρειαστεις μεσο να ερθεις λιγο εξω απο αθηνα οπος το ιδιο θα κανω και εγω! Οχι ατομα που ζητανε ρουχα μου το σιχενομαι αυτο! Αυτα απο μενα να περναμε ολλοι καλα με υγεια και καβλα!! Θα χαρω να γνωριστουμε !! ΑΝΝΑ!!! Έφτασα πρώτη στο Airbnb, ντυμένη όπως θα με έβλεπε οποιοσδήποτε στον δρόμο. Είχα πάει λίγο νωρίτερα επίτηδες, γιατί ήθελα να έχω χρόνο να ηρεμήσω και να ετοιμαστώ χωρίς βιασύνη. Μόλις έκλεισα την πόρτα πίσω μου, άφησα την τσάντα στο κρεβάτι και στάθηκα για λίγο κοιτάζοντας το δωμάτιο. Ήταν απλό, καθαρό, με έναν μεγάλο καθρέφτη δίπλα στην ντουλάπα. Εκεί θα γινόταν όλο. Άνοιξα τη βαλίτσα και άρχισα να ντύνομαι. Πρώτα φόρεσα τα μαύρα δαντελένια εσώρουχα που είχα διαλέξει από μέρες. Μετά πέρασα τις ζαρτιέρες και έβαλα προσεκτικά τις διχτυωτές κάλτσες, στερεώνοντάς τες μία-μία. Ήθελα όλα να κάθονται σωστά. Στη συνέχεια φόρεσα το μαύρο κολλητό μίνι φόρεμα. Μόλις το τράβηξα προς τα κάτω και είδα πώς αγκάλιαζε το σώμα μου, ένιωσα ότι άρχιζα πραγματικά να μπαίνω στον ρόλο της Άννας. Μετά φόρεσα τις μαύρες γόβες. Περπάτησα λίγο μέσα στο δωμάτιο μέχρι να συνηθίσω τον ήχο από τα τακούνια στο πάτωμα. Τελευταία έβαλα την περούκα, την ίσιωσα με τα χέρια, έφερα λίγες τούφες μπροστά και κάθισα στον καθρέφτη για το μακιγιάζ. Λίγο foundation, μάτια λίγο πιο έντονα απ’ ό,τι θα τολμούσα συνήθως, μάσκαρα και κραγιόν. Όταν τελείωσα, κοίταξα τον εαυτό μου και χαμογέλασα από αμηχανία. Ήμουν νευρική, αλλά μου άρεσε αυτό που έβλεπα. Λίγη ώρα μετά χτύπησε η πόρτα. Ήταν η Ρούλα. Είχε έρθει κι εκείνη ντυμένη απλά, σχεδόν καθημερινά, και από το βλέμμα της κατάλαβα αμέσως ότι ήταν εξίσου αγχωμένη. Ανταλλάξαμε ένα μικρό χαμόγελο, μπήκε μέσα και για μερικά λεπτά απλώς μιλούσαμε όρθιες, λίγο αμήχανα, σαν να προσπαθούσαμε να συνηθίσουμε την παρουσία η μία της άλλης. Μετά μου είπε χαμηλόφωνα ότι ήθελε κι εκείνη λίγο χρόνο να ετοιμαστεί. Πήρε την τσάντα της και πήγε προς το μπάνιο. Όταν βγήκε, την κοίταξα πραγματικά για πρώτη φορά. Είχε φορέσει μαύρα δαντελένια εσώρουχα, πιο διακριτικά από τα δικά μου, μαύρες κάλτσες μέχρι τον μηρό δεμένες με ζαρτιέρες, και ένα στενό μαύρο φόρεμα που της έφτανε λίγο πάνω από το γόνατο. Οι γόβες της ήταν κι αυτές μαύρες, λίγο πιο χαμηλές από τις δικές μου. Είχε βάλει περούκα με καστανά μαλλιά μέχρι τους ώμους και είχε μακιγιαριστεί προσεκτικά — όχι υπερβολικά, αλλά αρκετά ώστε να φαίνεται πόσο το είχε φροντίσει. Το κραγιόν της ήταν βαθύ κόκκινο και θυμάμαι ότι το πρόσεξα αμέσως.
Εκεί άλλαξε τελείως η ατμόσφαιρα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ήμασταν δύο άνθρωποι που είχαν κανονίσει ένα ραντεβού. Από τη στιγμή που καθίσαμε απέναντι, ήμασταν η Άννα και η Ρούλα. Και οι δύο πρωτάρες. Και οι δύο λίγο αμήχανες. Και οι δύο όμως με την ίδια περιέργεια. Όσο περνούσε η ώρα, καθόμασταν όλο και πιο κοντά. Δεν θυμάμαι ποια πλησίασε πρώτη. Θυμάμαι μόνο ότι κάποια στιγμή σταματήσαμε να μιλάμε. Η Ρούλα γύρισε λίγο προς το μέρος μου, με κοίταξε σαν να περίμενε να δει αν θα κάνω πίσω. Δεν έκανα. Έγειρα κι εγώ λίγο προς το μέρος της και τα χείλη μας ακούμπησαν. Ήταν ένα μικρό, διστακτικό φιλί, γεμάτο νευρικότητα. Αλλά ήταν αληθινό. Κάποια στιγμή σταματήσαμε να μιλάμε. Είχαμε έρθει τόσο κοντά που ένιωθα την ανάσα της Ρούλας στο πρόσωπό μου. Με κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο, σαν να με ρωτούσε σιωπηλά αν το θέλω κι εγώ. Δεν είπα τίποτα· απλώς έγειρα λίγο προς το μέρος της.
Το πρώτο άγγιγμα των χειλιών μας ήταν διστακτικό, σχεδόν προσεκτικό. Σαν να δοκιμάζαμε και οι δύο κάτι εντελώς καινούργιο. Κρατήθηκε μόνο μια στιγμή. Μετά απομακρυνθήκαμε ελάχιστα, αρκετά μόνο για να ξανακοιταχτούμε. Εκεί ήταν που έσπασε η αμηχανία.
Όταν ξαναφιληθήκαμε, ήταν διαφορετικά. Πιο σίγουρα, πιο ζεστά, πιο παραδομένα στη στιγμή. Ένιωσα το χέρι της να ακουμπά το μπράτσο μου και σχεδόν χωρίς να το καταλάβω ακούμπησα κι εγώ το δικό της. Δεν ήταν πια ένα νευρικό πρώτο φιλί. Ήταν εκείνο το είδος φιλιού που σε κάνει να ξεχνάς για λίγα δευτερόλεπτα πού βρίσκεσαι, γιατί όλη η προσοχή σου είναι συγκεντρωμένη μόνο στην αίσθηση του άλλου ανθρώπου τόσο κοντά σου.
Και αυτό ήταν που με συγκλόνισε περισσότερο. Όχι η ένταση, αλλά η φυσικότητα της στιγμής. Σαν να μην χρειαζόταν να προσποιηθούμε τίποτα. Σαν εκείνο το φιλί να μας έλεγε πιο καθαρά απ’ ό,τι θα μπορούσαν οι λέξεις πως, εκείνο το βράδυ, ούτε η Άννα ούτε η Ρούλα ήταν πια μόνες. Όταν πια σηκωθήκαμε, είχε περάσει περισσότερη ώρα απ’ όσο νομίζαμε. Για λίγα δευτερόλεπτα στεκόμασταν και οι δυο λίγο αμήχανα, σαν να μη θέλαμε να χαλάσουμε αυτό που είχε μόλις συμβεί. Η Ρούλα ίσιωσε λίγο το φόρεμά της, χαμογέλασε και με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που πια μου ήταν γνώριμο.
Πριν φύγει, στάθηκε στην πόρτα και μου είπε σχεδόν ψιθυριστά ότι δεν ήθελε να μείνει αυτό μόνο σε εκείνο το βράδυ. Της απάντησα αμέσως ότι ούτε εγώ το ήθελα. Δεν χρειάστηκε πολλή κουβέντα. Εκεί, όρθιες στο μικρό Airbnb, κανονίσαμε ήδη το επόμενο ραντεβού μας για την επόμενη εβδομάδα.
Όταν έκλεισε η πόρτα πίσω της, έμεινα για λίγο μόνη και χαμογελούσα χωρίς να το καταλαβαίνω. Εκείνο το βράδυ δεν είχα γνωρίσει απλώς τη Ρούλα. Είχα φύγει με την αίσθηση ότι κάτι είχε μόλις αρχίσει — και για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, ανυπομονούσα πραγματικά για το τι θα έφερνε η επόμενη συνάντηση.